«Προεορτάσωμεν Χριστοῦ τὰ γενέθλια»

Ἀρχίζει ἡ περίοδος τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων, ἡ περίοδος τῆς νηστείας καὶ τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴ μεγάλη Ἑορτή. Συνήθως, τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ κατεξοχὴν μέρα καὶ περίοδος τοῦ ἔτους ποὺ ξεχνοῦμε τὸν Θεό. Ζοῦμε μᾶλλον τὰ ἐμπορικὰ Χριστούγεννα: στολισμοὶ στοὺς δρόμους, φωτάκια ποὺ ξεγελοῦν, δεντράκια ψεύτικα, κεράσματα, κουραμπιέδες καὶ μελομακάρονα, ἀνταλλαγὴ δώρων, προσδοκία ἀργιῶν, διπλὸς μισθὸς καί… τὰ Χριστούγεννα τελειώνουν. Στομάχι γεμάτο, καρδιὰ ἄδεια. Χριστὸς πουθενά. Ὅλο αὐτὸ εἶναι λίγο ἀληθινὸ καὶ πολὺ ἀπογοητευτικό. Ἔχει καταντήσει προκλητικὰ ἐμπορικὴ αὐτὴ ἡ γιορτή. Μπορεῖ δικαιολογημένα κάποιοι νὰ τὴν ἐκμεταλλεύονται, προσδοκώντας νὰ βγάλουν τὸν ψωμί τους, ἀλλὰ αὐτή τους ἡ ἀνάγκη καταστρέφει μία ὑπέροχη καὶ πολὺ βαθειὰ γιορτή.

  Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀπάτη. Ἡ ἀπάτη τῶν ἐμπορικῶν Χριστουγέννων. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη μία πιὸ ὕπουλη ἀπάτη: Ἡ ἀπάτη τῶν κοινωνικῶν Χριστουγέννων. Αὐτὴ ἡ ἀπάτη μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε τὰ Χριστούγεννα ὡς «τὴ γιορτὴ τῆς ἀγάπης, τὴ γιορτὴ τῆς οἰκογένειας» – εἶναι ἡ γιορτὴ ποὺ βρισκόμαστε ὅλοι μαζί: δίνουμε κάποια χρήματα στὸν ἔρανο τῆς ἀγάπης ἢ μαζεύουμε καὶ δίνουμε μία σακούλα μὲ λίγο ρύζι ἢ μακαρόνια, μερικὲς πατάτες, ἕνα μπουκάλι λάδι καὶ μία γαλοπούλα σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν. Καλὰ πράγματα εἶναι ὅλα αὐτά, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νὰ τὰ κάνουμε καὶ πρέπει νὰ τὰ κάνουμε, ἀλλὰ τὰ Χριστούγεννα δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα. Μπορεῖ νὰ κάνουμε τὴ μικρὴ ἐλεημοσύνη, νὰ πάρουμε μερικὰ κουπόνια ἀπὸ τὸν ἔρανο τῆς ἀγάπης, νὰ δώσουμε λίγα χρήματα ἢ ἐνδεχομένως νὰ πᾶμε καὶ οἱ ἴδιοι νὰ βοηθήσουμε στὴ διανομὴ τῶν δώρων τῆς Μητροπόλεως στὶς φτωχὲς οἰκογένειες, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ νὰ μὴν ἔχει ζήσει κανένας μας τὰ Χριστούγεννα.

Τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα; Πῶς πρέπει νὰ τὰ ζήσουμε;

Μήπως κάτι πρέπει νὰ κάνουμε λίγο διαφορετικό, πιὸ οὐσιαστικὸ τὴν χρονιὰ ποὺ βρίσκεται μπροστά μας καὶ ποὺ γιὰ κάποιους ἀπὸ ἐμᾶς –ἐνδεχομένως καὶ γιὰ μένα– μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ τελευταία μας εὐκαιρία;

Ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων;

Ὅταν λέμε «Χριστούγεννα» καὶ «ἑορτασμὸ Χριστουγέννων» συνήθως στὸ μυαλὸ μας συνδυάζεται αὐτὸ μὲ ἀφθονία ἀγαθῶν, μὲ ἀνταλλαγὴ δώρων, μὲ στολισμοὺς καὶ ἐσχάτως μὲ ταξίδια… Ὅλα αὐτὰ ὑπογραμμίζουν τὸ ψέμα. Δίνουν ὅμως καὶ σὲ ἐμᾶς τὴν ἀφορμὴ λίγο νὰ ἀλλάξουμε. Ἀντὶ γιὰ τὴν ἀφθονία, ἂς δοκιμάσουμε –ἔστω γιὰ φέτος μόνο– μία ἀλλαγή: νὰ περάσουμε τὰ Χριστούγεννα μὲ λιτότητα. Ὄχι μὲ φτώχεια ἀλλὰ μὲ μὴ σπατάλη, μὲ χαρά. Τὸ τραπέζι μας νὰ εἶναι γεμάτο, νὰ ἱκανοποιήσουμε κάποιες ἀνάγκες, ἀλλὰ ὄχι τὰ περιττά. Ἀντὶ νὰ δίνουν οἱ χορτασμένοι δῶρα στοὺς χορτασμένους, νὰ καλλιεργήσουμε τὴν ἐλεημοσύνη, νὰ στερηθοῦμε λίγο γιὰ τὸν ἀδελφό. Καὶ ἂν δὲν ἔχουμε χρήματα, νὰ δώσουμε λίγο χρόνο σὲ ἕναν πονεμένο, λίγη ὑπομονὴ σὲ κάποιον ποὺ εἶναι ἰδιόρρυθμος καὶ τὸν ἀποφεύγουν ὅλοι ἀπομονώνοντας τὸν, νὰ κάνουμε λίγο κόπο γιὰ κάποιους ἀνθρώπους, νὰ πᾶμε σὲ ἕναν νοσοκομεῖο. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ καλύτερο δῶρο πρὸς τὸν Χριστό. Ἀντὶ νὰ κάνουμε  ἄλλους στολισμούς, νὰ ἐπιμεληθοῦμε λίγο τὶς ψυχές μας – νὰ κάνουμε τὸν στολισμὸ τῆς ψυχῆς. Εἶναι τραγικὸ τὸ σπίτι μας νὰ εἶναι γεμάτο ἀπὸ καμπανίτσες, δεντράκια καὶ λουλούδια, καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι ἀραχνιασμένη. Τί ὡραῖο πράγμα ὅμως νὰ εἶναι ἡ καρδιά μας περιστόλιστη καὶ τὸ σπίτι μας νὰ ἔχει καὶ αὐτὸ τὸν ἁπλὸ καὶ κανονικό του διάκοσμο!

Καὶ ἀντὶ γιὰ ταξίδια μακρινὰ νὰ κάνουμε τὸ ἕνα ταξίδι. Αὐτὸ τὸ ταξίδι ποὺ ἔκαναν οἱ ποιμένες – «διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονὸς» (Λουκ. β΄ 15) . Χρειάζεται λίγη ἡσυχία γιὰ νὰ καταλάβω τί εἶναι ἡ Βηθλεέμ: Εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔγινε κάποτε σὲ ἕνα χωριουδάκι; Ἢ μήπως εἶναι μία κατάσταση στὴν ὁποία μπορῶ καὶ ἐγὼ ὡς ἄλλος ταπεινὸς ποιμένας νὰ προσεγγίσω; Νὰ καταλάβουμε λοιπὸν λίγο τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα. Τί μᾶς λένε τὰ Χριστούγεννα; Πῶς γεννᾶται ἡ σωτηρία μας μέσα ἀπὸ τὴν εὐτέλεια τοῦ σπηλαίου καὶ τὴν ταπείνωση τῶν σπαργάνων; Πῶς ὁ Θεὸς βγάζει ὅλη τὴν ἀγάπη Του μὲ τὴν ἔνδυση τῆς ἀνθρώπινης φύσης; Πῶς ὁ Θεὸς κατεβαίνει καὶ μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ μεγάλο δῶρο τῆς ὁμοίωσής μας μαζί Του;

Αὐτὴ λοιπὸν ἡ εὐλογημένη περίοδος ποὺ ξανοίγεται μπροστά μας, ξανοίγεται σὰν μία μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας. Αὐτὸ θὰ μᾶς θυμίζουν συνεχῶς οἱ σαράντα μέρες ποὺ ἀκολουθοῦν• καὶ ὅλη μας ἡ ζωὴ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη θὰ ἐπιβεβαιώνει. Σὲ ἐμᾶς μένει λίγο νὰ ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας, κάπως νὰ διευρύνουμε τὴν ἀκοή μας νὰ ἀκοῦμε τὰ πνευματικὰ μηνύματα, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βρεθοῦμε κάποτε κι ἐμεῖς σὲ αὐτὴ τὴν Βηθλεέμ, νὰ χαροῦμε μὲ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη τὰ Χριστούγεννα. Καὶ τότε, αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ βεβαιώνουν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μεθ’ ἡμῶν, ὅτι ὁ Θεὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας, καὶ ὄχι μόνο ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ τελικῶς καὶ ἐντὸς ἡμῶν – «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ 21). Εὔχομαι νὰ δώσει ὁ Θεὸς σὲ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀντικρύσουμε ὕστερα ἀπὸ σαράντα ἡμέρες τὸν Κύριο ὄχι μόνο γεννώμενο στὴν φάτνη τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ –κυρίως– ἀνακλινόμενο στὴ φάτνη τῆς ψυχῆς μας.

Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικόλαος

Κοινοποιήστε
, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *