Όλα όσα με εμποδίζουν…

Ὁ Χρι­στός, ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, ὄχι μόνο ἐπει­δὴ φω­τί­ζει τὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλλὰ καὶ ἐπει­δὴ χα­ρί­ζει καὶ τὸ αἰ­σθη­τὸ φῶς τῶν ὀφθαλ­μῶν. Αὐτὸ βε­βαι­ώ­νε­ται ἀπὸ τὴν ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή.

Ὁ τυ­φλὸς τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς ἦταν πο­νε­μέ­νος καὶ μᾶλ­λον πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος ἄν­θρω­πος ἀπ’ τοὺς πολ­λούς. Περ­νοῦ­σε τὴν ἡμέ­ρα του ὡς τα­πει­νὸς ζη­τι­ά­νος στὴν ἄκρη τοῦ δρό­μου, μὲ συν­τρο­φιὰ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Πί­στευ­ε ­ὅ­μως, ὅπως φαί­νε­ται, ὅτι ὁ Χρι­στὸς μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σει. Γι’ αὐτό, μό­λις ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅτι δι­έρ­χε­ται ἀπὸ τὸ ση­μεῖο τοῦ δρό­μου στὸ ὁποῖο στε­κό­ταν, ὑψώ­νει φωνὴ ἱκε­σί­ας «Ἰη­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με». Ὅμως ἀντὶ νὰ ἐνι­σχυ­θεῖ στὴν προ­σπά­θειά του νὰ βρεῑ τὸ φῶς, δέχε­ται ἀπροσ­δό­κη­τα τὴν ἐπί­θε­ση ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­νό­δευ­αν τὸν Δι­δά­σκα­λο.

Σώπα, τοῦ ἔλε­γαν, δι­ό­τι μὲ τὶς φω­νές σου κου­ρά­ζεις τὸν Δι­δά­σκα­λο. «Ὁ δὲ πολ­λῷ μᾶλ­λον ἔκρα­ζεν· Ἰη­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με».

Εἶ­ναι ἀλή­θεια, ἀγα­πη­τοί μου ἀδελ­φοί, ὅτι τό­σους αἰ­ῶ­νες μετά, στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ φτά­σου­με κον­τὰ στὸν Χρι­στό, συ­ναν­τοῦ­με κι ἐμεῖς ἐμ­πό­δια ἀκό­μη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πε­ρι­μέ­νου­με νὰ μᾶς στη­ρίξουν.

Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν προ­σπά­θεια καὶ ζωὴ μᾶς βά­ζει πρῶ­τος ὁ δι­ά­βο­λος, ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι μι­σάν­θρω­πος καὶ ἀν­θρω­πο­κτό­νος. Γνω­ρί­ζει πόσο ὠφε­λού­με­θα, ὅταν συν­δε­ό­μα­στε μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σία Του, καὶ κά­νει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς χω­ρί­σει ἀπὸ τὴν ἀγά­πη Του, νὰ μᾶς ὠθή­σει στὴν ἁμαρ­τία, νὰ ψυ­χρά­νει τὸ ζῆλο μας, νὰ μα­ρά­νει τὸν ἐν­θου­σι­α­σμό μας. Ὅπως ἀκρι­βῶς πέ­τυ­χε νὰ βγά­λει τοὺς Πρω­το­πλά­στους ἀπ’ τὸν Παράδει­σο, ἔτσι ἐπι­χει­ρεῖ νὰ βγά­λει κι ἐμᾶς ἀπὸ τὴν Ἐκ­κλη­σία καὶ νὰ μᾶς ὁδη­γή­σει στὴν ἀπώ­λεια, δη­λα­δὴ στὴν αἰ­ώ­νια Κό­λα­ση.

Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ κό­σμου, οἱ ὁποῖ­οι εἴτε ἐν γνώ­σει τους εἴτε καὶ ἐν ἀγνοίᾳ γί­νον­ται ὄρ­γα­να τοῦ σα­τα­νᾶ καὶ μᾶς ἐπι­τι­μοῦν νὰ σι­ω­πή­σου­με. Ὁ κό­σμος τῆς ἁμαρ­τί­ας ἄλ­λο­τε προ­σπα­θεῖ σὰν μα­γνή­της νὰ μᾶς ἑλ­κύ­σει κον­τά του κι ἄλ­λο­τε γί­νε­ται ἀπει­λη­τι­κός. Ἀρ­χί­ζει τὶς εἰ­ρω­νεῖ­ες, τὰ πι­κρόλογα, τὶς προ­κλή­σεις, τὰ κάθε εἴ­δους σκό­πι­μα τε­χνά­σμα­τα καὶ τὶς πά­σης φύ­σε­ως ἀπει­λές.

Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας, ὅταν δὲν ἔχουν «νοῦν Χρι­στοῦ». Πάλι στὴν ἐκ­κλη­σία θὰ πᾶς; Κι ἄλλο παι­δὶ θὰ κά­νεις; Δὲν σοῦ φτά­νουν αὐτὰ ποὺ ἔχεις; Χρη­σι­μο­ποι­οῦν τέ­τοια δῆ­θεν λο­γι­κὰ ἐπι­χει­ρή­μα­τα ἀνα­φε­ρό­με­νοι σὲ πρα­γμα­τι­κὲς δυ­σκο­λί­ες, γιὰ νὰ κου­ρά­σουν τὴν πί­στη μας καὶ νὰ ἀπο­θαρ­ρυν­θοῦ­με στοὺς στό­χους μας. Ὑπάρ­χουν βέ­βαια πε­ρι­πτώ­σεις, ποὺ οἱ ἴδι­οι οἱ συγ­γε­νεῖς μας γί­νον­ται οἱ με­γα­λύ­τε­ροι ἐχθροί μας, ἐπα­ληθεύ­ον­τας τὸν λόγο τῆς Γρα­φῆς ὅτι «ἐχθροὶ τοῦ ἀν­θρώ­που οἱ οἰ­κι­α­κοὶ αὐ­τοῦ».

Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς οἰ­κεί­ους τῆς πί­στε­ως, ὅσο κι ἂν αὐτὸ ἀκού­γε­ται πα­ρά­ξε­να. Στὴν Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ «οἱ προ­ά­γον­τες» δὲν ἦταν ἄπι­στοι. Ἦταν πι­στοὶ καὶ ἀκο­λου­θοῦσαν μὲ καλὴ δι­ά­θε­ση τὸν Χρι­στό. Ἀλλὰ δυ­στυ­χῶς με­σο­λα­βοῦν ἀν­θρώ­πινες μι­κρό­τη­τες. Ζη­λο­τυ­πί­ες, ἀρ­χο­μα­νί­ες, κα­κί­ες κι ἀντὶ νὰ βο­η­θοῦ­με νά με­τα­φέ­ρε­ται ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δο­ξά­ζε­ται μέσῳ τῶν ἄλ­λων, στο­χεύ­ου­με ἐναν­τί­ον τῶν ἐρ­γα­τῶν τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μὲ σκο­πὸ νὰ σι­ω­πήσουν.

Τέ­λος, ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυ­τό μας, ποὺ ἔχει ροπὴ καὶ κλί­ση πρὸς τὸ κακό. Ὑπο­κύ­πτου­με στὴ ρα­θυ­μία καὶ στὴ νω­θρό­τη­τα. Ἐφη­συ­χά­ζου­με στὸν νυ­στα­γμὸ τῆς ψυ­χῆς. Μα­γνη­τι­ζό­μα­στε ἀπὸ τὴν ἐξω­στρέ­φεια, ἀπὸ τὶς μέ­ρι­μνες τοῦ βίου καὶ ἀνα­λω­νό­μα­στε στὶς σύγ­χρο­νες ἐπι­κοι­νω­νί­ες, ποὺ δὲν μᾶς ἀφή­νουν χρό­νο γιὰ βα­θύ­τε­ρο καὶ οὐ­σι­α­στι­κὸ σύν­δε­σμο μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σία Του.

Πολ­λὰ τὰ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑπάρ­χουν, λοι­πόν, στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωή. Ἀλλὰ κι ἐμεῖς κα­λού­μα­στε νὰ τὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με καὶ νὰ τὰ ὑπερ­νι­κοῦ­με.

Ὁ Χρι­στι­α­νι­κὸς ἀγώ­νας, ποὺ δι­ε­ξά­γου­με, εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νος ἀγώ­νας, γι­α­τὶ ἔχει ὡς πε­δίο μά­χης τὴν καρ­διὰ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀγώ­νας δύ­σκο­λος, ἀλλὰ καὶ πο­θη­τός. Ἀγώ­νας ἀπαι­τεῑ νὰ πα­λαί­ψει ὁ ἄν­θρω­πος μὲ αὐτοθυ­σία, νὰ ἱδρώ­σει, νὰ μα­τώ­σει, νὰ δώ­σει τὰ πάν­τα γιὰ τὴ νίκη. Ἀλλ’ εἶ­ναι ἀγώ­νας ποὺ ἐνι­σχύ­ε­ται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ στε­φα­νώ­νε­ται κατὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως.

Στὸν ἀγώ­να αὐτὸ μᾶς συ­νι­στᾷ ὁ ἅγι­ος Ἰω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ὡς ὅπλο τὴν παν­το­δύ­να­μη καὶ ἀπο­τε­λε­σμα­τι­κὴ προσευχὴ «’Ι­η­σοῦ ὀνό­μα­τι μά­στι­ζε πο­λε­μί­ους». Μὲ τό μαςτί­γιο τῆς προ­σευ­χῆς χτυ­ποῦ­με ἀλύ­πη­τα τοὺς δαί­μο­νες. Ὅπως ὁ τυ­φλὸς φώ­να­ζε λέ­γον­τας· «’Ι­η­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με», ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ ἐπι­μέ­νου­με προ­σευ­χόμε­νοι· νὰ κτυ­ποῦ­με ἀκού­ρα­στα τὴν πόρ­τα τοῦ θεί­ου ἐλέ­ους.

Ἀδελ­φοί, τὰ λε­γό­με­να ἐμ­πό­δια τῆς κατὰ Χρι­στὸν ζωῆς μπο­ροῦ­με νὰ τὰ δοῦ­με ὡς σκα­λο­πά­τια, ποὺ μᾶς ἀνε­βά­ζουν μὲ κόπο, ἀλλὰ μᾶς ὁδη­γοῦν ἐκεῖ ποὺ θέ­λου­με. Τὰ θε­ω­ρού­με­να ἐμ­πό­δια τῆς κατὰ Χρι­στὸν ζωῆς «καθ’ ὑπερ­βο­λὴν εἰς ὑπερ­βο­λὴν αἰ­ώ­νι­ον βά­ρος δό­ξης κα­τερ­γάζον­ται» γιὰ τὸν κα­θέ­να μας. Δι­ό­τι, ὅπως λέει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, «πό­νοι γεν­νῶ­σι δό­ξαν, κά­μα­τοι δὲ προ­ξε­νοῦ­σι στε­φά­νους». Ὅσο πε­ρισ­σό­τε­ρο, δη­λα­δή, κο­πι­ά­ζει ὁ ἀγω­νι­στὴς τοῦ κα­λοῦ ἀγῶ­νος, τόσο με­γα­λύ­τε­ρο στε­φά­νι θὰ πά­ρει.
Γέ­νοι­το.

Πηγή: www.imml.gr

Κοινοποιήστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *