Προσευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου – Οδηγός μας για την Σαρακοστή

Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἔχει στὸ τυπικό της, ἀλλὰ καὶ στὴν οὐσία της, ὁρισμένα διακριτικὰ γνωρίσματα. Ἕνα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ λεγόμενη προσευχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, τὴν ὁποία συχνὰ λέμε σὲ ὅλες τὶς Ἀκολουθίες καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὸ τυπικὸ συνοδεύεται ἀπὸ τρεῖς βαθιὲς μετάνοιες, καὶ ἀκολουθεῖται ἀπὸ δώδεκα προσκυνητές.

Τί λέει αὐτὴ ἡ προσευχή; Πῶς τὴν προσευχόμαστε; Τί ἔχει νὰ πεῖ σὲ ἐμᾶς; Γιὰ ποιὸν λόγο ὑπάρχει σὲ τόσο κεντρικὴ θέση στὴν Ἐκκλησία σὲ αὐτὴν τὴν περίοδο; Ἂς προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε τὸ στίγμα καὶ νὰ περιγράψουμε τὸν χαρακτήρα της, ὥστε νὰ μπορέσει ὁ καθένας μας λίγο νὰ βοηθηθεῖ, νὰ τὴν κάνει κομμάτι τῆς καρδιᾶς του καὶ ἔκφραση τοῦ βαθυτέρου του κόσμου, καθὼς θὰ στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ αὐτὲς τὶς μέρες.

«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δός. 

Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε, βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».


«Κύριε, Σὺ ὁ ὁποῖος εἶσαι Δέσποτας, Ἄρχοντας, Θεός, τῆς ζωῆς μου». Αὐτὸ εἶναι δανεισμένο ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Σοφίας τοῦ Σειράχ, ὅπου λέγει ὁ συγγραφέας τοῦ θεοπνεύστου αὐτοῦ βιβλίου, «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου» καὶ λίγο παρακάτω «Κύριε καὶ Θεέ τῆς ζωῆς μου». Κι ἐμεῖς λοιπὸν ἀνοίγουμε ἀμέσως τὴν καρδιά μας καὶ λέμε: «Κύριε, ἐσὺ εἶσαι πρῶτον ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς μας, μᾶς τὴν ἔχεις δώσει ὡς δῶρο, εἶσαι αὐτὸς ὁ ὁποῖος τὴν κατευθύνει, ὁ ὁδηγός μας, εἶσαι -ὅπως τὸ λέγει καὶ ὁ ψαλμωδός- ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μας». Δέν μᾶς τὴν ἔδωσες ἁπλῶς καί μᾶς ἄφησες μόνους, ἀλλὰ μᾶς προστατεύεις στὴ ζωή μας διαρκῶς.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Θεός τῆς ζωῆς μας, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στὴν ἀρχή, στὸ τέλος, σὲ κάθε στροφή, σὲ κάθε λεπτομέρεια σὲ κάθε γεγονός καὶ ἐπισφραγίζει τὴν παρουσία Του, αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἐμεῖς καλούμεθα διαρκῶς νὰ διαπιστώνουμε καὶ ὄχι νὰ ἀμφισβητοῦμε, εἶναι ὁ Θεὸς στὸν ὁποῖο ἐμπιστευόμαστε τὰ πάντα.

«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου». Μόνο ποὺ θὰ τὸ ποῦμε, Τοῦ ξεδιπλώνουμε ὅλη μας τὴ ζωή. Δὲν θέλουμε νὰ ξέρουμε τί θὰ μᾶς συμβεῖ, θέλουμε ἁπλῶς νὰ εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι «ἐν ταῖς χερσί Του οἱ κλῆροι ἡμῶν», δηλαδὴ οἱ τύχες τῆς ζωῆς μας καὶ οἱ λεπτομέρειές της, ἀπὸ τὶς πιὸ δευτερεύουσες μέχρι αὐτὲς οἱ ὁποῖες, ἐνῶ φαίνονται ἀσήμαντες, φέρουν τὸ μεγαλύτερο βάρος τῆς σωτηρίας μας, βρίσκονται στὰ χέρια Του. Μὲ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό, τὴν ἀπόλυτη, τὴν ἄνευ κανενὸς ἐνδοιασμοῦ, ξεκινοῦμε τὴν προσευχή μας, ὅπως ἴσως καὶ κάθε ἄλλη προσευχή.

Καὶ ἀμέσως μετὰ ἀκολουθεῖ μία τετράδα παθῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐντελῶς ξένοι, καὶ μία τετράδα ἀρετῶν, οἱ ὁποῖες θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ κατευθύνουν τὴ ζωή μας. Ζητοῦμε λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ ὑπάρχει στὴ ζωή μας πνεῦμα ἀργίας, δηλαδὴ τεμπελιᾶς, ραθυμίας, ἀδιαφορίας, ἀκηδίας. Τὸ ὑπέροχο βιβλίο τῆς Κλίμακος, ποὺ διαβάζεται αὐτὴν τὴν περίοδο ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἀνεφέρει ὅτι ἡ ἀκηδία ἀποτελεῖ στοιχεῖο περιεκτικὸ τοῦ θανάτου. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ, ὡς ἅγιος ποὺ ζεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση καὶ σὲ ὅλο της τὸ βάθος, πόσο βαθειὰ ριζωμένη εἶναι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία, αὐτό τὸ πάθος μέσα στὴν ψυχή μας, ἡ νωχέλεια περὶ τὰ πνευματικά, ἡ σχετικὴ ἀδιαφορία, αὐτὴ ἡ βαριεστιμάρα ποὺ πολλὲς φορὲς ἔχουμε, ποὺ ἐνῶ βάζουμε πρόγραμμα εἴμαστε ἀνίκανοι οὔτε τὸ ἐλάχιστο ἀπὸ αὐτὸ νὰ τηρήσουμε. Αὐτὸ λοιπόν τὸ πνεῦμα τῆς ἀργίας, ποὺ μᾶς κάνει νὰ εἴμαστε χαμένοι στὸ πουθενά, εὐχόμεθα νὰ μὴν ὑπάρχει στὴ ζωή μας, ἰδίως κατ᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο.

Ἀλλὰ ὄχι μόνον αὐτό• καὶ τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, τὸ πνεῦμα τῆς περιεργείας, ποὺ μᾶς κάνει νὰ εἴμαστε σκορπισμένοι παντοῦ• νὰ μὴν ἔχουμε ἕναν συγκεκριμένο στόχο• νὰ ἐξετάζουμε τὸ τί καὶ τὸ γιατί τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων, τὸ ὁποῖο οὔτε μᾶς ἀφορᾶ καὶ ἐνδεχομένως μᾶς βλάπτει• νὰ εἴμαστε ἀπασχολημένοι μὲ ὅλα τὰ δευτερεύοντα, τὰ ὁποῖα κανέναν σκοπὸ δὲν ὑπηρετοῦν στὴ ζωή μας καὶ καθόλου δέν μᾶς βοηθοῦν. Αὐτὸ εἶναι ἡ περιέργεια: Πόσο χρονῶν εἶσαι; Τί δουλειὰ κάνεις; Πῶς πέρασες τὴν Καθαρὰ Δευτέρα; Τί φάγατε τὸ μεσημέρι; Τί μᾶς χρειάζονται ὅλα αὐτά; Ἀπὸ αὐτὸ λοιπόν τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει τὴν ἐρώτηση ὅμως ὁδηγεῖ τὴ σκέψη μας σὰν περισκόπιο νὰ περιεργάζεται τὴ ζωή τῶν ἄλλων στὶς λεπτομέρειές της μὲ ἐπικίνδυνη ἀδιακρισία, ζητοῦμε νὰ εἶναι ἁπαλλαγμένη ἡ ψυχή μας.

Τὸ τρίτο, ἡ φιλαρχία, τὸ νὰ θέλουμε νὰ εἴμαστε πρῶτοι. Νὰ εἴμαστε ἡγεμονικοὶ ἁπέναντι τῶν ἄλλων. Νὰ ἀσχολοῦνται καὶ νὰ προσέχουν ἐμᾶς, τὸν δικό μας λόγο νὰ ἀκοῦν, σὲ ἐμᾶς νὰ στρέφουν ὅλοι τὴν προσοχή τους, ἐμεῖς νὰ εἴμαστε τὸ κέντρο τοῦ κόσμου.

Καὶ ἀργολογίας, αὐτά τὰ ἄχρηστα λόγια. Δὲν εἶναι μόνο ἡ κακολογία, τὸ ὅτι λέμε κάτι κακό, δὲν εἶναι μόνο ἡ πολυλογία, τὸ ὅτι μιλοῦμε πολύ, δὲν εἶναι μόνο ἡ καυχησιολογία, τὸ ὅτι μιλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ περιαυτολογία, ἀλλὰ ἡ ἀργολογία πού σκορπίζει ἐντελῶς τὸν θησαυρὸ καὶ τὴν συγκομιδή τῆς ψυχῆς μας.

Στὸ βιβλίο τῆς Κλίμακος, σὲ ἕνα πολὺ μικρὸ ἀλλὰ πολὺ περιεκτικὸ κεφάλαιο, ἴσως τὸ μικρότερο ἀπὸ ὅλα, περὶ πολυλογίας καὶ σιωπῆς, ἀναφέρεται κάτι πολὺ ἐνδιαφέρον: αὐτὸ πού μᾶς κάνει ἡ ἀργολογία καὶ ἡ πολυλογία εἶναι πρῶτον νὰ σκορπίζει τὴν κατάνυξη• δεύτερον, νὰ διαλύει ὅλη αὐτὴν τὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς τηρήσεως τοῦ νοός, τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, αὐτὴν τὴν προσπάθεια ποὺ καταβάλει ὁ καθένας μας νὰ συμμαζέψει τὸ μυαλό του. Διερωτόμαστε πολλὲς φορὲς τί φταίει καὶ ὅταν πᾶμε στὴν Ἐκκλησία τὸ μυαλό μας γυρίζει παντοῦ, ἢ ὅταν καθόμαστε μπροστὰ σὲ στάση προσευχῆς ἐνώπιον τῶν εἰκόνων καὶ τοῦ Θεοῦ, τὸ μυαλό μας δὲν μποροῦμε μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸ συμμαζέψουμε ἀλλὰ γλιστράει δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους εἶναι ἡ περιέργεια, ἀλλὰ καὶ μιὰ ἄλλη βαθύτερη αἰτία εἶναι ὅλη αὐτὴ ἡ ἀργολογία. Καὶ τρίτον, ἀμαυρώνει τὴν προσευχή μας, τὴ λερώνει, τὴν καταστρέφει καὶ «ἀποψύχει τὴν θερμότητα τῆς ψυχῆς μας». Ἔρχεται μιὰ μικρὴ συγκίνηση, κάτι καλό, μιὰ γλυκύτητα στὴν καρδιά μας, λίγη χάρι, καὶ ἀμέσως ὅλα ἐπισκιάζονται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀργολογία, τὴ συζήτηση γιὰ τὰ πολιτικά, γιὰ τὰ ἀθλητικά, γιὰ τὰ μαγειρέματα, γιὰ τὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα σὲ τίποτε δέν μᾶς βοηθοῦν καὶ καθόλου δέν μᾶς χρειάζονται. Σκορπίζει, λοιπόν, ἡ ἀργολογία τὴν κατάνυξη, διαλύει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ζέσης τῆς ψυχῆς μας, τὴν ἀμαυρώνει καὶ καταψύχει τὴν θερμότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου.

Ἀλλὰ δὲν ζητοῦμε σὲ αὐτὴν τὴν προσευχὴ μόνο νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ δηλητήρια τῶν παθῶν τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας καὶ τῆς ἀργολογίας. Ζητοῦμε νὰ στολίσει τὴν ψυχή μας σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν περίοδο μὲ τὰ βιώματα καὶ τὸ πνεῦμα τεσσάρων ἄλλων ἀντιστοίχων ἀρετῶν.

Ἡ πρώτη εἶναι ἡ σωφροσύνη. Σωφροσύνη σημαίνει νὰ ἔχει κανεὶς σώας, ἀκέραιες δηλαδή, τὰς φρένας του. Σημαίνει νὰ διατηρεῖ μιὰ ἀκεραιότητα σκέψεως, φρονήματος, καθαρότητας ζωῆς. Ὑπὸ τὴν εἰδικὴ ἔννοια, ἡ σωφροσύνη εἶναι ἡ ἀρετή τῆς ἐγκράτειας τῆς σαρκικῆς, τῆς σωματικῆς. Ὅμως ὑπὸ εὐρύτερη ἔννοια, εἶναι ἡ γενικότερη καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τοῦ φυσικοῦ σκεύους τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ζητοῦμε, λοιπόν, νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴ ἄσκηση τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐν γένει ἐγκρατείας νὰ κατεργαστοῦμε τὴν ἀκεραιότητα, τὴν ὁλότητα, τὴν πληρότητα, τὴ σωφροσύνη τοῦ νοός, τοῦ σώματος καὶ τῆς καρδιᾶς μας.

Δεύτερον, ἡ ταπεινοφροσύνη• ζητοῦμε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσει φρόνημα ταπεινό, τὸ ἀντίθετο ἀπὸ τὴ φιλαρχία, τὴ φιλοπρωτία, τὸ νὰ θέλουμε νὰ εἴμαστε τὸ κέντρο τοῦ κόσμου, οἱ μόνοι στὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως, ἂς εἴμαστε σὲ μιὰ ἀκρούλα, ἴσως τελευταῖοι ἀλλὰ κοντὰ στὸν Θεό, μέσα στὴν ἀγκαλιά τοῦ ἐλέους Του, μέσα στὶς εὐλογίες Του. Δέν μᾶς χρειάζεται νὰ εἴμαστε οἱ πρῶτοι. Μᾶς ἀρκεῖ νὰ εἴμαστε οἱ σωζόμενοι διαρκῶς, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι γεύονται τὴ χάρι Του. Ὅλα τὰ πατερικὰ βιβλία ἔχουν εἰδικὸ κεφάλαιο μὲ ὕμνους γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ ἴσως ἔκφραση, ποὺ ἐνδεχομένως κάποιοι ἀπὸ ἐσᾶς θὰ τὴν ἔχετε ἀκούσει, ἀποδίδεται στὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ, ἕναν ἄλλον Σῦρο μεγάλο ἀσκητή, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐκφραστής τοῦ βαθύτερου ἡσυχασμοῦ: «ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολή τῆς θεότητος». Εἶναι ἕνα κοσμημένο ἔνδυμα, στόλισμα πραγματικό τῆς θεότητος, αὐτό τὸ ὁποῖο κάνει τὸν ἄνθρωπο θεϊκὸ καὶ τοῦ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ μιλάει τὴ θεϊκὴ διάλεκτο καὶ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό. Χωρὶς ταπεινοφροσύνη -τὸ ἀκούσαμε καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου- δὲν γίνεται κανεὶς ἀποδέκτης τῆς χάριτος, καὶ χωρὶς τὴ χάρι φυσικὰ δὲν τοῦ δίδεται ἡ δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό.

Πνεῦμα λοιπὸν σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης ἀλλὰ καὶ δυὸ ἄλλων μεγάλων ἀρετῶν, ὑπομονῆς καὶ στὴ συνέχεια ἀγάπης.

«Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν», λέγει ὁ Κύριος στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα γιὰ τὴν συντέλεια τοῦ αἰῶνος, ποὺ διαβάζουμε στὴν ἀρχὴ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, καὶ τὸ ὁποῖο περιγράφει πῶς θὰ τελειώσει ἡ πορεία αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἱστορία, καὶ ποιὰ θὰ εἶναι τὰ ἀποκαλυπτικὰ σημεῖα τῶν καταστροφῶν ποὺ θὰ συνοδεύουν αὐτὸ τὸ τέλος, τὸ ὁποῖο θὰ τὸ διαδεχθεῖ ἡ ἔλευση καὶ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ.

Μὲ τὴν ὑπομονή σας θὰ μπορέσετε νὰ ἀποκτήσετε τὸν ἔλεγχο τῶν ψυχῶν σας καὶ συνεπῶς τὴν σωτηρία σας. Θὰ βλέπετε ὅλα αὐτὰ τὰ σημεῖα καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἔρχεται. Θὰ ζεῖτε στὴ ζωή σας δοκιμασίες καὶ ὁ Θεὸς θὰ μοιάζει ἀπών. Θὰ περνᾶτε ἀπὸ δυσκολίες καὶ θὰ ἔχετε βιώματα θεϊκῆς ἐγκατάλειψης. Θὰ ζεῖτε πολέμους, καταστροφές, ἀδικίες, νὰ ἀνατρέπονται τὰ πάντα καὶ ὁ Θεὸς νὰ ὑπνεῖ καὶ νὰ ἀπουσιάζει. Μὴ βιαστεῖτε ὅμως ὁμολογήσετε τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Περιμένετε καὶ θὰ ἔλθει.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους σας. Μὴν εἶστε βιαστικοὶ νὰ βγάλετε τὰ συμπεράσματά σας ὅτι δῆθεν ὁ ἄλλος δὲν σᾶς ἀγαπᾶ, ὅτι εἶναι ἀπόμακρος ἢ σκληρός. Ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται δίπλα σας καὶ ἐκδηλώνεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ποὺ προκαλεῖ μὲ τὰ ἐλαττώματά του κρύβει μέσα του τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Γι΄ αὐτὸν ἄνθρωπο ὑπάρχει ἀνοιχτὴ ἡ ἀγκαλιά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ μπορεῖ νὰ ζήσει τὴ μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ φανεῖ δίπλα σας, ὄχι σὰν αὐτὸς πού σᾶς σκανδαλίζει, ἀλλὰ σὰν αὐτὸς ποὺ πραγματικά σᾶς εὐεργετεῖ στὴ σωτηρία.

Ἡ ὑπομονή λοιπόν, εἶναι ἡ τρίτη ἀρετὴ γιὰ τὴν ὁποία προσευχόμαστε πρὸς τὸν Κύριο καὶ γιὰ νὰ διευκολυνθοῦν οἱ σχέσεις μας μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, κυρίως ὅμως γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε σῶοι μέσα ἀπὸ τὴν τρικυμία, καὶ τὴν καταιγίδα τῶν δοκιμασιῶν ποὺ ἐνδεχομένως θὰ ἔλθουν στὴ ζωή μας, μικρὲς ἢ μεγάλες.

Καὶ τετάρτον, ἡ ἀγάπη• αὐτὴ ἡ ἀρετὴ ἡ ὁποία μᾶς συνδέει ὅλους μεταξύ μας, πού μᾶς κάνει ἕνα ἀρραγὲς μέτωπο καί μᾶς παρουσιάζει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει καὶ παρρησίᾳ πολλῇ.

Προσευχόμαστε, λοιπόν, νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ τέσσερα πάθη, νὰ στολίσει ὁ Κύριος τὴν ψυχή μας μὲ τὴ δωρεὰ τῶν τεσσάρων ἀρετῶν καὶ τέλος, καταλήγει ἡ προσευχὴ μὲ κάτι πολὺ ὄμορφο καὶ ἐντυπωσιακό:«Δώρισαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφό μου ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας».

«Ἀξίωσέ με, δῶσε μου τὸ δῶρο μὲ ἀνοιχτά τὰ μάτια τῆς ἀληθείας νὰ μπορέσω νὰ ἀντικρύσω ὄχι τὶς ἀρετές μου, ἀλλὰ τὰ πάθη μου, τὶς ἀδυναμίες μου, τὰ πταίσματά μου, τὶς ἀτέλειές μου, τὰ ἁμαρτήματά μου, τὰ λάθη μου. Αὐτὸ τὸ φρὀνημα νὰ ἔχω σὰν τροφὴ τῆς ψυχῆς μου, αὐτὸ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πρὸς ἐσὲ πορεία τῆς ζωῆς μου. Καὶ νὰ μὴν κατακρίνω τὸν ἀδελφό μου. Νὰ μὴν πέφτω σὲ αὐτὴν τὴν ἁμαρτωλή, ἀποπροσανατολιστικὴ περιπέτεια τοῦ νὰ μειώνω διαρκῶς τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἀνεβάζω τὸν ἑαυτό μου, διότι τότε τοῦ καταστρέφω κάθε ἰκμάδα σωτηρίας, κάθε ἴχνος ἐλπίδος νὰ μπορέσω νὰ Σὲ πλησιάσω».

Ἀναφέρει τὸ Γεροντικό, ὅτι ὁ Ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ἕνας μεγάλος ἀσκητής, ἦταν σὰν ἕνας ζωντανὸς θεὸς ποὺ περπατεῖ καὶ περιπολεύει πάνω στὴ γῆ. Καὶ ὅπως ὁ Θεὸς σκεπάζει ὅλο τὸν κόσμο, ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος σκέπαζε μὲ τὴν ἀγάπη του τοὺς συνανθρώπους του, μὲ ἀποτέλεσμα ἐνῶ ἡ ὅραση του καὶ ἡ ἀκοή του λειτουργοῦσαν καλά, τὰ μάτια του δὲν ἔβλεπαν ἐλαττώματα καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυχή του δὲν ἐδέχοντο τὰ ἀρνητικὰ ἀκούσματα, ἀλλὰ ἔβαζε πάντοτε τὸν καλὸ λογισμὸ γιὰ τὸν ἀδελφό του.

Στὴν Κλίμακα προτρέπει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοὺς μοναχοὺς στοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ὅλους μας, νὰ κάνουμε αὐτὴν τὴ μελέτη τῶν παθῶν μας. Τότε θὰ καταλάβουμε ὅτι ἂν ὅλη μας ἡ ζωὴ ἦταν ἑκατὸ χρόνια καὶ κάθε στιγμὴ μελετούσαμε τὰ πάθη μας καὶ ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια μας ὅσο εἶναι τὸ νερό τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, δὲν θὰ ἤμασταν ἱκανοὶ νὰ μπορέσουμε νὰ φτάσουμε στὴν πραγματικὴ γνώση τῆς σφραγίδος τῆς πτώσεως ποὺ ὑπάρχει προσωπικὰ στὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας• νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ πόσο ἁμαρτωλοὶ καὶ τὸ πόσο μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό εἴμαστε. Ξεγελιόμαστε μὲ τὰ ξυλοκέρατα τῶν μικροαρετῶν καὶ ψευτοαρετῶν μας καμμιὰ φορὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀντικρύσουμε τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας μέσα ἀπὸ τὸ περίγραμμα τῶν παθῶν μας.

Ἡ ὄμορφη, λοιπόν, προσευχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ εἶναι περιεκτικὴ ὅλου τοῦ ἀγώνα μας καὶ τῆς ἐπιθυμίας μας γιὰ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ποὺ πραγματικὰ ἀναγεννοῦν τὴν ψυχή μας. Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι δὲν μιλάει γιὰ τὶς ἀρετὲς σὰν κατακτήσεις ἀλλὰ σὰν δῶρα. Δὲν λέει «βοήθησέ με νὰ πετύχω τὴ σωφροσύνη, τὴν ταπεινοφροσύνη, νὰ κατορθώσω τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή». Ἀλλὰ λέει «δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα» καὶ χάρισέ μου τὶς ἀρετές. Καὶ ἐπὶ πλέον «δῶσε μου πνεῦμα», δῶσε μου τὸ φρόνημα ὄχι μόνο τὸ ἀποτέλεσμα, δῶσε μου τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση, τὸ κουράγιο νὰ μπορέσω ἔτσι νὰ προσανατολιστῶ. Καὶ ἂν δὲν τὰ καταφέρω, τουλάχιστον ὁ νοῦς, ἡ σκέψη, ἡ καρδιά μου νὰ εἶναι προσανατολισμένα πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση.

Τέλος, ἡ προσευχὴ αὐτὴ μᾶς διδάσκει ὅταν προσευχόμαστε, ἀλλὰ καὶ γενικότερα στὴ ζωή μας, νὰ στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σὰν δοῦλοι καὶ δίπλα στοὺς πλησίον σὰν ἀδελφοί. Αὐτὸ τὸ βίωμα, ὅτι εἴμαστε δοῦλοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι γνωρίζουμε τελικὰ τὸν ἑαυτό μας μόνον ἀντικρύζοντας τὰ πάθη του ἀλλὰ καὶ μὸνο βλέποντας ἀρετὲς καὶ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τῶν πλησίον μας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλοι παρὰ ἀδελφοί μας, εἶναι αὐτό τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, πρέπει προηγουμένως νὰ μπορέσουμε νὰ ἀντικρύσουμε τὴν εἰκόνα Του στὸ πρόσωπο τῶν ἀδελφῶν μας.

Νὰ δώσει ὁ Θεός, καθὼς ταξιδεύουμε μέσα στὸ πέλαγος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, νὰ περνᾶμε διαρκῶς ἀπὸ τοὺς σταθμούς αὐτῆς τῆς εὐλογημένης προσευχῆς, ποὺ εἶναι μιὰ προσευχὴ μετανοίας, μιὰ προσευχὴ δοξολογίας, μιὰ προσευχὴ παντελοῦς ἐμπιστοσύνης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μιὰ προσευχὴ κοινωνίας μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, μιὰ προσευχὴ ταπεινώσεως ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἀνανεώνουμε διαρκῶς τὸ φρόνημά μας, ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά τὰ ὁποῖα μᾶς ἐγκλωβίζουν στὴ μικρότητα τῆς δικῆς μας προσωπικῆς πτώσεως γιὰ νὰ στολιστεῖ ἡ ψυχή μας μὲ τὴν ἀνθοδέσμη τῶν ἀρετῶν, ὥστε νὰ ἀντικρύσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ὄχι μόνο τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἀλλὰ καὶ πάντα, καὶ νὰ Τὸν ἔχουμε συνοδοιπόρο κάθε στιγμὴ καὶ σὲ κάθε φάση τῆς ζωῆς μας. Ἀμήν.

Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ 2018

Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικόλαος

ΠΗΓΗ: www.imml.gr

Facebook Comments

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *